Συνέντευξη στον Ηλία Σελιμά
Υπάρχουν βιβλία που διαβάζονται και βιβλία που σε κοιτούν κατάματα. Το «Γιατί εσείς ποιοι είστε;» του Δημήτρη Μητσοτάκη ανήκει σίγουρα στη δεύτερη κατηγορία. Ένα βιβλίο φάρος στιγμών για παρέες που δημιουργούσαν χωρίς τον φόβο του playlist, χωρίς να τους νοιάζει αν θα κάνουν επιτυχία. Ένα βιβλίο για παρέες που ένιωθαν την ανάγκη της μουσικής. Αν μπορείς να πεις ένα πράγμα για το ελληνικό ροκ είναι ότι αποτελεί μια συλλογή μεγάλων στιγμών σε αυτή τη σύντομη ζωή. Μεγάλες στιγμές που γίνονται διαδρομή. Διαδρομή στην εξέλιξη της οποίας συναντάς ανθρώπους, ξεθάβεις μνήμες, και θυμάσαι μικρές ήττες και σιωπηλές αλήθειες. Στη κουβέντα μας με τον Δημήτρη για το νέο του βιβλίο, μιλήσαμε για τις ιστορίες που κουβαλάμε χωρίς να το ξέρουμε, για τις φωνές που μας διαμόρφωσαν και για το πώς μια απλή ερώτηση μπορεί, τελικά, να αποκαλύψει ολόκληρη μια εποχή. «Γιατί εσείς ποιοι είστε;». Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Όγδοο.
Ποια ανάγκη σε έκανε, Δημήτρη, να γράψεις το «Γιατί εσείς ποιοι είστε;»
Πολλές φορές στις παρέες μας, σε κάτι καφέδες και κάτι μπύρες στα Εξάρχεια και στην Κυψέλη που τριγυρίζουμε, και ειδικά με τον Θοδωρή Βλαχάκη, με τον Γρηγόρη Κλιούμη, με τον Δημήτρη Καλατζή και κάποιους άλλους ανθρώπους που έχουμε πιο στενή επαφή. λέγαμε ιστορίες, άλλες φορές αστείες ιστορίες, ή λίγο ας πούμε, όχι τόσο αστείες και άλλες που ήταν λίγο πιο πονεμένες, κάποιες ήταν και λίγο πιο τρομακτικές.
Ιστορίες από όλα αυτά τα χρόνια… Τι έχει συμβεί, ας πούμε, στην πορεία των συγκροτημάτων από το ξεκίνημά τους μέχρι να γίνουν πιο γνωστά. Και όλες αυτές οι ιστορίες κατέληγαν πάντα είτε σε γέλια, είτε σε μία ανάγκη να τα πούμε και σε άλλους ανθρώπους εκτός μουσικής παρέας. Όποτε μετέφερα, τέτοιες ιστορίες και σε άλλους ανθρώπους εκτός μουσικής, τις άκουγαν με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.
Αυτό εμένα με έκανε να υποψιαστώ ότι μάλλον αυτές οι ιστορίες ενδιαφέρουν πολύ κόσμο. Και σε κάποια φάση κάποιος λέει :ρε παιδιά, αυτές τις ιστορίες άμα δεν τις μαζέψει ο Μήτσος να τις γράψει, να τις βάλει κάπου, δεν πρόκειται να τις κάνει κανένας μας. Ο μόνος που μπορεί να το κάνει αυτό είναι ο Δημήτρης.
Αυτό εγώ τότε το άκουσα και έμεινε μέσα μου και άρχισε να λειτουργεί σαν ένα σιωπηλό χρέος, που κάποια στιγμή έπρεπε να το αναλάβω. Αυτό ήτανε. ο πρώτος κορμός των πρώτων δέκα ιστοριών, ήταν έτοιμος γιατί τις ήξερα.
Μετά μπήκα στο τρυπάκι που λένε και άρχισα να μαζεύω ιστορίες και από άλλους. Και μετά η μία ιστορία έφερε την άλλη και μάζεψα καμιά σαρανταριά.
Τι θα διαβάσουμε στις σελίδες του;
Θα διαβάσετε ιστορίες εξήντα χρόνων ελληνικού ροκ. Αν θυμάμαι καλά, η πρώτη ιστορία του, χρονολογικά η πρώτη, του Δημήτρη Πουλικάκου αναφέρεται σε κάποια συμβάντα που συμβαίνουν κάποια γεγονότα, αν δεν κάνω λάθος, το 1968. Οπότε έχουμε ιστορίες μετά από εξήντα χρόνια. Θα διαβάσετε ιστορίες την πρώτη περίοδο της δημιουργίας του ελληνικού ροκ μέχρι σήμερα. Και φυσικά την έκρηξη της δεκαετίας του 1990, που είναι αρκετά συγκροτήματα, ένα εκ των οποίων ήταν και το δικό μου με τους Οι Ενδελέχεια. Αλλά και την εποχή που πλακωνόντουσαν τα πανκιά με τους ροκάδες εκεί τη δεκαετία του 1980.
Πώς προέκυψε ο τίτλος του;
Ο τίτλος προκύπτει από μια ιστορία του Θοδωρή Βλαχάκη, που μου μιλάει για μια συναυλία στη Θεσσαλονίκη, στη δεκαετία του 1990. Όπως καταλαβαίνεις δεν μπορώ να αποκαλύψω πώς προκύπτει, γιατί είναι η κατακλείδα φράση.
Είναι κακή συνήθεια ότι μας δένεις τα παλιά. τι άποψη έχεις γι' αυτό;
Ότι μας δένεις τα παλιά… Κοιτάξτε… Και όταν λέω κοιτάξτε εννοώ όσους διαβάζουν τούτα τα λόγια. Νομίζω ότι όλοι έχουμε ανάγκη από μία επαφή με το παρελθόν, γιατί μας κρατάει με τις μνήμες μας, με τις ανασφάλειες μας, με συμβάντα ή γεγονότα που έχουμε ζήσει, έχουμε αγαπήσει και, τέλος πάντων, μας έχουν σημαδέψει.
Όμως, η προσκόλληση στο παρελθόν ενέχει ένα κίνδυνο, αν θες για μένα… Να μένεις εκεί και να μην προχωράς, να μη βλέπεις την εξέλιξη, να μη συμβαδίζεις με την εποχή σου και να μη μένεις δημιουργικός στο σήμερα. Άλλωστε, εγώ είμαι πολέμιος της νοσταλγίας, δεν τη γουστάρω καθόλου και πάντα προσπαθώ να προχωράω και να μη μένω προσκολλημένος στο ένδοξο παρελθόν, που ο καθένας μας μπορεί να το σκέφτεται κάθε φορά. Ειδικά τα νιάτα και η εφηβεία. Πάρα πολλοί τη σκέφτονται ως μία χρυσή εποχή και αυτό συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους. Όχι γιατί ήταν οι εποχές καλύτερες, αλλά γιατί ήταν ο άνθρωπος μέσα στα νιάτα και τα έβλεπε όλα διαφορετικά.
Υπάρχουν μουσικοί ήρωες στις μέρες μας;
Όλοι οι μουσικοί είναι ήρωες στην Ελλάδα.
Πόσο επαναστατεί η μουσική σήμερα;
Όσο μπορεί, Ηλία. Υπάρχουν αυτοί που πάντα μιλούσαν από παλιά για πράγματα που μας καίνε και είχαν και κοινωνική και πολιτική συνείδηση και αυτό το έβγαζαν έξω και δε φοβόντουσαν ούτε ντρέπονταν για αυτό. Υπάρχουν και οι επαγγελματίες οι οποίοι θέλουν να τα έχουν καλά με όλους οπότε αποφεύγουν εντελώς τέτοιου είδους κουβέντες και τέτοιου είδους θέματα, έστω και καλλιτεχνικά. Οπότε μένει ένα μικρό κομμάτι το οποίο κυρίως είναι στη ροκ μουσική.
Εντάξει, τη ραπ δε θα τη βάλω γιατί τη ραπ δεν τη θεωρώ μουσική. Θεωρώ ότι είναι ένα είδος διαμαρτυρίας που περισσότερο έχει να κάνει με το στίχο. Εκεί υπάρχουν πολύ ταλαντούχοι στιχουργοί, πάρα πολλοί άνθρωποι οι οποίοι τα λένε και τα χώνουν χύμα, αλλά όσον αφορά την ακαδημαϊκή μουσική με την έννοια ότι κάποιος που παίζει μουσική πρέπει να έχει σπουδάσει, να ξέρει να παίζει ένα όργανο να ξέρει τι σημαίνει ενορχήστρωση και εναρμόνιση νομίζω ότι οι μόνοι που ανοίγουν τέτοια θέματα, οι περισσότεροι ανήκουν στον χώρο της ροκ και κάποιοι συνάδελφοι από το χώρο του έντεχνου που και αυτός ο χώρος έχει ερωτοτροπήσει με το ηλεκτρικό ήχο.
Υπάρχει κάποια ιστορία, που σε έκανε να κλάψεις ή να συγκινηθείς έστω, μέσα στο βιβλίο;
Υπάρχουν συγκινητικές ιστορίες αν και οι περισσότερες είναι μάλλον αστείες και τις χαρακτηρίζω ιστορίες ταλαιπωρίας. Υπάρχουν όμως και άλλες… Θα έλεγα ότι από τις πιο συγκινητικές ιστορίες είναι αυτή που αναφέρεται στο θάνατο Ανεστόπουλου.
Γιατί αλλάζουμε τραγούδι στο μισό ρεφραίν σήμερα, Δημήτρη; Πώς καταλήξαμε σε αυτό;
Εγώ το έχω ονομάσει το σύνδρομο του υπερκινητικού δείκτη. Ο δείκτης, δηλαδή αυτό το δάχτυλο που δείχνουμε. Αυτό το ποντίκι που είχαμε παλιά έχει κάνει μεγάλη ζημιά, γιατί ήταν πολύ εύκολο να πατήσεις ένα κλικ και να πας στο επόμενο. Και γενικά η εικόνα έχει λειτουργήσει στον άνθρωπο και του έχει αλλάξει αν θέλεις το timing, το ρυθμό του. Και όλα τρέχουν πλέον με φοβερές ταχύτητες. Δε βλέπουμε όταν είμαστε στο ίντερνετ. Απλά κάνουμε εναλλαγή εικόνων. Δεν ακούμε επίσης όταν είμαστε στο ίντερνετ. Απλά κάνουμε εναλλαγή ακουσμάτων. Δηλαδή, και αυτό δυστυχώς είναι ένα φαινόμενο που ακολουθεί τις νέες γενιές, από τα πολύ τρυφερά τους χρόνια. Και δεν ξέρω τι αποτελέσματα μπορεί να έχει. Δε θέλω τώρα να γίνω μάντης κακών και ένας γκρινιάρης. Αλλά θεωρώ ότι αυτό το πράγμα κάποια κατάλοιπα θα τα αφήσει. Όπως ένα κατάλοιπο είναι ότι αυτό που είπες, ότι δεν μπορούμε να ακούσουμε τουλάχιστον από το ίντερνετ μισό τραγούδι καθόλου. Εμείς παλιά παίρναμε ένα δίσκο και ακούγαμε 12 τραγούδια. Συγκεντρωνόσασταν σε σπίτια. Καθόμασταν σε ένα καναπέ και ακούγαμε 12 τραγούδια. Μαζευόμασταν γι' αυτό ή κατά μόνας. Αλλά τώρα ούτε 12 δευτερόλεπτα δεν μπορείς να ακούσεις.
Μέχρι τώρα, στη σημερινή εποχή, η μεγαλύτερη ανησυχία σου, αν υπάρχει, για τη μουσική σου ποια είναι;
Δεν ανησυχώ. Δε με ενδιαφέρει καν. Κάνω μουσική επειδή νιώθω αυτή την ανάγκη και επειδή αυτό ξεπηδάει από μέσα μου. Κάθε λίγο κάτι με τρώει, το οποίο θέλει να βγει προς τα έξω. Επειδή είμαι μουσικός και τραγουδοποιός, αυτό βγαίνει υπό μορφή τραγουδιού. Κάποιες φορές και υπό μορφή βιβλίων. Αν ήμουν ξυλουργός θα έβγαινε υπό μορφή ενός ξυλόγλυπτου. Είναι μία ανάγκη αυτή. Και δε με νοιάζει και τι θα γίνει. Κάποια κομμάτια ταξιδεύουν περισσότερο στον χρόνο και στον κόσμο. Με πολύ μεγάλη χαρά το αντιμετωπίζω όταν συμβαίνει. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι αν ένα κομμάτι για κάποιους λόγους δεν ταξιδέψει, θα στεναχωρηθώ.
Μετά τη χρυσή δεκαετία του 1990, όπως είπαμε, όλο αυτό το κύμα που μας παρέσυρε ήταν μία βουτιά από ψηλά, όπως λένε και τα Ενδελέχεια, ή όχι;
Κοίταξε, εγώ το βλέπω λίγο σε γενικότερο πλαίσιο, όλη αυτή την ιστορία. Τη βλέπω λίγο κοινωνικοπολιτικά, αν θέλεις. Δεν είχε να κάνει μόνο με το ελληνικό ροκ, με τη σκηνή αυτή. Γενικά, η κοινωνία ήταν σε μία ευδαιμονική, περιρρέουσα ατμόσφαιρα και σαν να είχε ανέβει σε μία φούσκα που δεν ήξερε ότι θα σκάσει. Δηλαδή, τότε μαζί με το ελληνικό ροκ, το οποίο ζούσε ένδοξες στιγμές, ζούσαν όλοι ένδοξες στιγμές. Δηλαδή, οι νοικοκυρές έπαιζαν στο χρηματιστήριο. Τα ελληνάδικα ήταν τίγκα κάθε βράδυ και σκίζανε χαρτοπετσέτες και πετούσαν. Δηλαδή, ήταν όλη η κοινωνία σε μία μεταΠΑΣΟΚική έξαρση. Και όταν κατέρρευσε αυτό, καταρρεύσαν όλα μαζί. Μαζί, λοιπόν, κατέρρευσε και η ηλεκτρική σκηνή των 90΄ς. Εμείς συνεχίσαμε και τη δεκαετία του 2000, όπου βγάλαμε δίσκους και τραγούδια τα οποία σήμερα είναι πάρα πολύ γνωστά. Εκείνη την εποχή όμως, ότι και να έβγαζες, δεν υπήρχε περίπτωση να ακουστεί. Καμία απολύτως. Όλα βρισκόντουσαν σε μία μαύρη τρύπα.
Τι διαφορετικό λένε τα βιβλία σου από τη μουσική σου;
Κοίταξε, οι άξονες που κινούμαι πάνω κάτω είναι ο έρωτας, ο θάνατος, η ύπαρξη, οι σχέσεις, οι ιδέες που πρεσβεύω. Απλά στα βιβλία θα τα βρεις λίγο πιο ανεπτυγμένα. Σε ένα τραγούδι πρέπει να είσαι περιεκτικός, ο λόγος σου να είναι συμπυκνωμένος, μέσα σε τρία λεπτά να έχεις καθαρίσει. Είναι μία άλλη τέχνη το άλλο. Εγώ μπήκα στο χώρο της συγγραφής σε μία φάση που ένιωθα μία προσωπική ανάγκη να εκφραστώ σε έκταση και σε χρόνο περισσότερο. Είχα πράγματα μέσα μου που ήθελα να τα δώσω και ένιωθα ότι δε μου φτάνε ένα, δύο τραγούδια ή δώδεκα τραγούδια ενός δίσκου.

Τι κόστος έχει η δημιουργικότητα για σένα, αν έχει...
Λέω σε ένα στίχο, τα σπάω και πληρώνω εγώ. Αυτό για μένα είναι μία απάντηση στην ερώτησή σου. Έχει κόστος, δε με νοιάζει το πόσο θα πληρώσω, γιατί, όπως είπα και πριν, είναι μία ανάγκη από την οποία δεν μπορώ να απεξαρτηθώ. Οπότε, για μένα, είναι οξυγόνο η δημιουργία. Η δημιουργικότητα, απ' την άλλη, είναι ένα χαρακτηριστικό που άλλοι την έχουν περισσότερο, άλλοι την έχουν λιγότερο. Όσοι την έχουν, και θεωρώ ότι ακόμα μπορώ να πω ότι την έχω, είμαστε δέσμιοι αυτής της θεάς, δεν ξέρω πώς να τη χαρακτηρίσω.
Έχεις φτάσει στο σημείο που να πεις ότι είμαι ικανοποιημένος, αυτό μου φτάνει, -όπως έχεις πει- για το μέλλον;
Είμαι ικανοποιημένος κάθε φορά που θέτω ένα στόχο και ολοκληρώνεται. Και λέω μπράβο, τώρα πάμε παρακάτω. Αυτό όμως που με ενδιαφέρει περισσότερο, δεν είναι μόνο η ολοκλήρωση του στόχου, είναι το πάμε παρακάτω. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει περισσότερο.
Άρα τελικά σημασία δεν έχει ο προορισμός, αλλά το ταξίδι;
Αυτή η Καβαφική φράση, η οποία έχει τεράστια σοφία, είναι μια πολύ δυνατή φράση η οποία με ακολουθεί.
Για το ραδιόφωνο, τι έχεις να μου πεις. Ποια είναι η άποψη σου για το ραδιόφωνο σήμερα;
Έχω τσακωθεί με το playlist. Το ραδιόφωνο είναι ένα υπέροχο μέσον, το οποίο έχει τη δύναμη να σε κάνει να φαντάζεσαι πράγματα. Δεν είναι τόσο καθηλωτικό όσο η εικόνα που σε μαγνητίζει και βλέπεις αυτά που θέλει να βλέπεις η εικόνα. Σε αφήνει να φαντάζεσαι. Αυτό, ρε παιδί μου, νομίζω έχει συμβεί σε όλους μας. Να ακούμε μια φωνή, να έχουμε φανταστεί ένα πρόσωπο, ενός παραγωγό, ενός εκφωνητή, ξέρω εγώ κάτι, και μετά να τον βλέπουμε και να λέμε, αυτός αποκλείεται να είναι αυτός. Γιατί εγώ τον είχα φανταστεί. Γιατί εγώ τον είχα φανταστεί αλλιώς. Οπότε, έχω τσακωθεί εντός εισαγωγικών με τα playlist. Δηλαδή, δεν μπορώ πλέον να βάλω να ακούσω έναν εμπορικό σταθμό, διότι αναπαράγει διαρκώς τα ίδια 300-400 κομμάτια σε λούπα Η παραγωγή δεν είναι πλέον παραγωγή, εφόσον δεν επιλέγουν αυτοί τα τραγούδια. Και απλά είναι κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι πηγαίνουν εκεί πέρα για να λένε, τι καιρό θα κάνει αύριο και τι κίνηση έχει η Κηφισίας. Τρεις λέξεις, μία πρόταση, ανάμεσα στα κομμάτια που διαλέγει το κομπιούτερ, δεν είναι ραδιόφωνο. Εγώ το ραδιόφωνο το θυμάμαι με ανθρώπους που επέλεγαν τα τραγούδια που θα ακουστούν, έκαναν μία προετοιμασία, λέγανε δύο πράγματα για τα κομμάτια που θα ακούσουμε, μαθαίναμε κάποια πράγματα, είχαν μία πολιτική άποψη, ένα σχόλιο.
Θυμάσαι το συναίσθημα όταν το είχες το βιβλίο στα χέρια σου τελειωμένο;
Εκτός από τη συγγραφή, αυτό το βιβλίο είχε μια ιδιαιτερότητα. Ότι είχε και πολύ κόπο δημοσιογραφικού τύπου. Δηλαδή, μάλιστα στην παρουσίαση, το έλεγα και στον Αντώνη Μποσκοϊτη, ότι, Αντώνη μου, του είπα, δε μου αρέσει καθόλου η δουλειά σου, η δημοσιογραφική, γιατί έχει πολύ τρέξιμο και πολύ τηλέφωνο και πολύ κόπο. Εγώ έπρεπε αναγκαστικά να κάνω και τέτοιου είδους δουλειά, την οποία δεν τη συμπαθώ. Δηλαδή, να ψάξω να βρω τηλέφωνα, να ψάξω να βρω ανθρώπους με τους οποίους δεν είχα μιλήσει ποτέ, να πάω, να τους βρω, να ηχογραφήσω. Είχε ένα τέτοιο πράγμα, το οποίο, βέβαια, στην πορεία, μπορώ να πω ότι το χάρηκα, γιατί γνώρισα ανθρώπους που, σε άλλη περίπτωση, δε θα τους είχα γνωρίσει. Αλλά, αν θέλεις, όταν τελείωσε ένιωσα και μία ανακούφιση.
Τι περιμένεις ότι θα πάρει ένας πιτσιρικάς από το βιβλίο σου;
Νομίζω ότι είναι γοητευτικές ιστορίες. Δηλαδή, μπορεί και ένας πιτσιρικάς, άμα τις διαβάσει, θα βρει πράγματα που θα τον αγγίξουν. Και θα βρει και πράγματα τα οποία τα έχει ακούσει, αν ο ίδιος δεν παίζει μουσική, σίγουρα τα έχει ακούσει από κάποιους φίλους του που ασχολούνται με τη μουσική. Γιατί είναι κάποια πράγματα τα οποία έχουν μείνει αναλλοίωτα. Δηλαδή, η ταλαιπωρία του μουσικού στην Ελλάδα είναι το ίδιο κλασική με τον Παρθενώνα. Υπάρχει από τη δεκαετία του 60 μέχρι σήμερα αναλλοίωτη. Δεν υπάρχει περίπτωση να ασχοληθείς στην Ελλάδα με μουσική και να μην ταλαιπωρηθείς. Δεν υπάρχει περίπτωση να ασχοληθείς με τη μουσική και να μην προσπαθήσουν να σε ρίξουν. Δεν υπάρχει περίπτωση να ασχοληθείς με τη μουσική και να μην παίξεις σε άθλιες συνθήκες. Τουλάχιστον στα ξεκινήματα. Πολλές φορές και ενώ είσαι καταξιωμένος. Αυτά όλα θα τα βρείτε στο βιβλίο και νομίζω ότι έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον γιατί είναι επώνυμα και δεν είναι φανταστικές ιστορίες που τις έπλασε κάποιος που έχει ζήσει αυτά τα πράγματα και είπε να φτιάξω ένα μυθιστόρημα τέτοιο. Είναι όλες αληθινές ιστορίες. Όλες υπογράφονται επώνυμα από ανθρώπους και είναι ιστορίες πέρα για πέρα αληθινές όλες. Δεν υπάρχει ούτε ένα μύθευμα μέσα.
Θέλω να μου πεις ποιο είναι το πιο βαθύ πράγμα μέχρι τώρα που νιώθεις ότι σου έμαθε η μουσική.
Δεν ξέρω αν είναι το πιο βαθύ. Αν κάτι με έμαθε η μουσική είναι ότι όταν αγαπάς κάτι πραγματικά απλά το κάνεις και ταξιδεύεις μαζί του χωρίς να περιμένεις τίποτα. Όποιος κάνει μουσική επειδή σκοπεύει να κερδίσει κάτι καλύτερα να μην κάνει. Είναι μια κουβέντα η οποία κυκλοφορεί σαν ανέκδοτο ότι είχε πάει μία εκκολαπτόμενη ηθοποιός στα καμαρίνια της Κοτοπούλη και της είχε πει τι θα με συμβουλεύατε να γίνω ηθοποιός ή να μη γίνω. Και της είπε να μη γίνεις. Γιατί, λέει, μου το λέτε. Επειδή με ρωτάς.
Δημήτρη σε ευχαριστώ πάρα πολύ για την ωραία κουβέντα που είχαμε.
Να ‘σαι καλά Ηλία. Εγώ σε ευχαριστώ.
