Του Θωμά Σίδερη
Τον Απρίλιο του 2019, ένας κορυφαίος πολιτικός της αυστριακής Ακροδεξιάς απείλησε στον τηλεοπτικό αέρα έναν δημοσιογράφο επειδή τον έφερε αντιμέτωπο με μια αμφιλεγόμενη απεικόνιση της κομματικής νεολαίας του FPÖ. Έξι μήνες αργότερα, ο δημοσιογράφος παραλάμβανε το βραβείο του Ευρωπαίου Δημοσιογράφου της Χρονιάς.
Η συνέντευξη που προκάλεσε πολιτική θύελλα
Στις 23 Απριλίου 2019, ο Βολφ φιλοξένησε στο ZIB 2 τον Βιλίμσκι, επικεφαλής του ψηφοδελτίου του FPÖ για τις ευρωεκλογές. Το κόμμα συμμετείχε τότε στην αυστριακή κυβέρνηση συνασπισμού με το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα (ÖVP), υπό τον καγκελάριο Σεμπάστιαν Κουρτς. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη πολιτική συγκυρία. Το FPÖ δεχόταν έντονη κριτική για περιστατικά ρατσιστικής ρητορικής και για τις σχέσεις στελεχών του με ακροδεξιούς κύκλους.
Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε προκληθεί σάλος από ένα ρατσιστικό ποίημα που είχε δημοσιευτεί σε τοπικό κομματικό έντυπο στο Μπράουναου. Η υπόθεση είχε οδηγήσει σε παραίτηση τοπικού στελέχους του FPÖ και είχε προκαλέσει τριγμούς στον κυβερνητικό συνασπισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Βολφ έδειξε στον καλεσμένο του μια εικονογράφηση της κομματικής νεολαίας του FPÖ, η οποία είχε χρησιμοποιηθεί σε φυλλάδιο περίπου έναν χρόνο νωρίτερα και εξακολουθούσε να εμφανίζεται στον ιστότοπο της οργάνωσης.
Η εικόνα παρουσίαζε ένα ξανθό ζευγάρι ντυμένο με παραδοσιακές αυστριακές φορεσιές, περικυκλωμένο από σκοτεινές, απειλητικές ανθρώπινες μορφές με υπερτονισμένα χαρακτηριστικά. Στο βάθος διακρίνονταν μιναρέδες, ενώ το σύνθημα ήταν: «Η παράδοση νικά τη μετανάστευση». Ο δημοσιογράφος ζήτησε από τον Βιλίμσκι να σχολιάσει την εικόνα. Ο πολιτικός υποστήριξε ότι οι μορφές απεικόνιζαν, κατά την άποψή του, ισλαμιστές που αποτελούσαν κίνδυνο για την κοινωνία. Αναγνώρισε ότι θα μπορούσε να υπάρξει συζήτηση για το ύφος της εικονογράφησης, αλλά υπερασπίστηκε το σύνθημα.
Τότε ο Βολφ παρουσίασε, δίπλα στην εικόνα της κομματικής νεολαίας, μια αντισημιτική απεικόνιση από την εφημερίδα Der Stürmer, ένα από τα γνωστότερα έντυπα της ναζιστικής προπαγάνδας. Η ερώτησή του ήταν συγκεκριμένη: ποια διαφορά έβλεπε ο πολιτικός στον τρόπο με τον οποίο οι δύο εικόνες αναπαριστούσαν ανθρώπινες ομάδες; Η σύγκριση αφορούσε τη χρήση στερεοτυπικών, απειλητικών χαρακτηριστικών στην εικονογράφηση. Όπως εξήγησε αργότερα ο Βολφ, δεν υποστήριζε ότι το φυλλάδιο απεικόνιζε Εβραίους ούτε ότι οι δύο εικόνες είχαν το ίδιο ιστορικό περιεχόμενο. Το ερώτημά του αφορούσε την ομοιότητα των οπτικών μεθόδων με τις οποίες παρουσιάζονταν ορισμένες ομάδες ανθρώπων ως επικίνδυνες.
Η αντίδραση του Βιλίμσκι ήταν έντονη. Κατηγόρησε τον δημοσιογράφο ότι επιχειρούσε να δημιουργήσει την εντύπωση πως το FPÖ βρισκόταν κοντά στον εθνικοσοσιαλισμό. Χαρακτήρισε τη σύγκριση απαράδεκτη και δήλωσε: «Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να μείνει χωρίς συνέπειες». Η φράση ειπώθηκε ζωντανά, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες.
Από τη σύγκρουση στο αίτημα απόλυσης
Η αντιπαράθεση δεν τελείωσε με τη λήξη της εκπομπής. Την επόμενη ημέρα, ο Βιλίμσκι επέκρινε δημόσια τον δημοσιογράφο και δήλωσε ότι, εάν ήταν γενικός διευθυντής του ORF, θα τον απέλυε. Ο ίδιος υποστήριζε ότι ο παρουσιαστής είχε υπερβεί τα όρια της δημοσιογραφικής αντικειμενικότητας, ενώ στελέχη του FPÖ κατηγόρησαν τον Βολφ για πολιτική μεροληψία. Οι δηλώσεις προκάλεσαν αντιδράσεις στην Αυστρία και στο εξωτερικό.
Το συμβούλιο συντακτών του ORF χαρακτήρισε τη στάση του Βιλίμσκι προσωπική απειλή και απόπειρα εκφοβισμού του δημοσιογράφου. Ο τότε γενικός διευθυντής του σταθμού, Αλεξάντερ Βράμπετς, απέρριψε την απαίτηση απομάκρυνσής του. Αλληλεγγύη προς τον Βολφ εξέφρασαν και διεθνείς δημοσιογραφικές οργανώσεις. Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων και οι αυστριακές και γερμανικές οργανώσεις-μέλη της καταδίκασαν τις πιέσεις που δεχόταν.
Η υπόθεση ανέδειξε μια ουσιαστική διαχωριστική γραμμή: άλλο πράγμα είναι η κριτική ενός πολιτικού προς μια δημοσιογραφική ερώτηση και άλλο η προσπάθεια εκφοβισμού εκείνου που την υποβάλλει. Ο ίδιος ο Βολφ υπερασπίστηκε δημοσίως τη συνέντευξη, εξηγώντας αναλυτικά το δημοσιογραφικό σκεπτικό του. Σημείωσε επίσης ότι κανένα συγκεκριμένο θέμα δεν είχε συμφωνηθεί εκ των προτέρων με τον καλεσμένο του.
Έξι μήνες αργότερα, στα Prix Europa
Τον Οκτώβριο του 2019, ο Άρμιν Βολφ ανακηρύχθηκε Ευρωπαίος Δημοσιογράφος της Χρονιάς στα Prix Europa. Η διάκριση δεν απονεμήθηκε αποκλειστικά για τη συνέντευξη με τον Βιλίμσκι. Αναγνώριζε τη συνολική δημοσιογραφική του δουλειά, την κριτική του στάση απέναντι στην εξουσία, την επιμονή του στις δύσκολες ερωτήσεις και τη διαφανή σχέση του με το κοινό. Η πρόεδρος των Prix Europa, Σίλα Μπένκο (Cilla Benkö), υπογράμμισε κατά την απονομή τη σημασία των δημοσιογράφων που συνεχίζουν να θέτουν δυσάρεστες ερωτήσεις, ακόμη και όταν αντιμετωπίζουν έντονες πιέσεις.
Η συνέντευξη με τον Βιλίμσκι αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στάσης και προβλήθηκε σε βίντεο κατά τη διάρκεια της τελετής. Όταν ο Βολφ ανέβηκε στη σκηνή για να παραλάβει το βραβείο, ξεκίνησε την ευχαριστήρια ομιλία του με μια ειρωνική αναφορά στον πολιτικό. «Θέλω πρώτα απ’ όλα να ευχαριστήσω τον Χάραλντ Βιλίμσκι». Στη συνέχεια θύμισε στους παρευρισκόμενους την προειδοποίηση που είχε δεχθεί στον αέρα του ORF και σχολίασε: «Και συνέπειες υπήρξαν: βρίσκομαι εδώ και παραλαμβάνω αυτό το υπέροχο βραβείο».
Η αναφορά προκάλεσε γέλια στο ακροατήριο, αλλά ο Βολφ δεν περιορίστηκε στο χιούμορ. Στην ομιλία του υποστήριξε ότι η ένταση κατά τη συνέντευξη δεν ήταν, κατά την εκτίμησή του, μια αυθόρμητη έκρηξη θυμού του Βιλίμσκι, αλλά μια υπολογισμένη πολιτική αντίδραση. Αναφέρθηκε επίσης στις πιέσεις που ασκούνται στα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και στις προσπάθειες απαξίωσης των δημοσιογράφων από πολιτικές δυνάμεις που τους αντιμετωπίζουν ως αντιπάλους.
Το όριο ανάμεσα στην κριτική και τον εκφοβισμό
Η σύγκριση που επέλεξε ο Βολφ μπορούσε ασφαλώς να αμφισβητηθεί. Ο Βιλίμσκι είχε κάθε δικαίωμα να αντικρούσει τα επιχειρήματα του δημοσιογράφου και να καταγγείλει τον τρόπο διεξαγωγής της συνέντευξης. Η δημόσια δήλωσή του όμως ότι θα τον απέλυε, εάν είχε την εξουσία, ξεπερνούσε τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης, αναδεικνύοντας το κρίσιμο ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της ιστορίας: το δικαίωμα των δημοσιογράφων να ελέγχουν την εξουσία χωρίς να απειλείται η επαγγελματική τους θέση εξαιτίας των ερωτήσεών τους.
photo: kurier.at
