Του Δημήτρη Κανελλόπουλου
O Δημήτρης Γκιώνης, ο εμβληματικός αρχισυντάκτης του πολιτιστικού τμήματος της Ελευθεροτυπίας, δεν είναι πια μαζί μας. Έφυγε από τη ζωή σήμερα, λίγο μετά το μεσημέρι, σε ηλικία 87 ετών.
Όσοι ήμασταν τυχεροί και τον ζήσαμε από κοντά, αλλά και δουλέψαμε μαζί του, γνωρίζουμε τι άνθρωπος ήταν. Ένας από τους καλύτερους αρχισυντάκτες που έχουν περάσει από τις ελληνικές εφημερίδες και σίγουρα από τους πιο σπουδαίους (αν όχι ο Νο 1) στο πολιτιστικό ρεπορτάζ. Διαβασμένος, δίκαιος, πνευματώδης, χιουμορίστας, «ζωηρός», αεικίνητος. Μάθαινες χίλια-δυο δουλεύοντας μαζί του και, το βασικότερο, περνούσες και φίνα.
Μας μάζευε στο σπίτι του τακτικά τότε, τα χρόνια της Ελευθεροτυπίας. Όλους τους συντάκτες του από το καλλιτεχνικό. Μια φορά το χρόνο σίγουρα. Με φαγητά, κρασιά, μουσικές. Ήταν φουλ προστατευτικός, τόσο στη δουλειά όσο κι έξω από αυτή.
Ήταν ένας κύριος. Και όταν πήρε σύνταξη αποχώρησε διακριτικά ώστε να μην πιάνει καμία θέση συναδέλφου, όπως έλεγε. Το μόνο που κράτησε ήταν μία σελίδα κάθε Σάββατο, σταθερή συνεργασία και δωρεάν, με την Εφημερίδα των Συντακτών μέχρι που σταμάτησε εντελώς.
Και όταν του λέγαμε για τα πολλά βιβλία που είχε και δεν προλάβαινε να τα διαβάσει όλα, έλεγε χιουμοριστικά: «Θα πάω αδιάβαστος».
Για να καταλάβετε τι άνθρωπος ήταν, όταν δεν του άρεσε κάτι, μία ταινία ας πούμε, έδινε διφορούμενες απαντήσεις στον δημιουργό της, «με διέλυσες», «δεν βρίσκω λόγια» κ.ο.κ
Σε ό,τι με αφορά, πέραν των χαμόγελων και της γλυκιάς συγκίνησης που μου δημιουργεί ο θάνατός του, μπορώ να πω ότι ήταν, μακράν, ο καλύτερος αρχισυντάκτης που είχα ποτέ.
Ο Δημήτρης Γκιώνης ήταν ένας άνθρωπος, από τους ελάχιστους που γνώρισα, ισάξιος του έργου του και της πορείας του. Όλοι αυτοί οι σπουδαίοι και διάσημοι που βλέπετε, ως άνθρωποι, είναι πολύ κατώτεροι της δημόσιας εικόνας τους. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Ο κύριος Γκιώνης (έτσι τον φωνάζαμε πάντα, «κύριε Γκιώνη») ήταν ισάξιος και ανώτερος.
