
«Εμείς που δεν γνωρίσαμε αλάνες, μάθαμε από μικροί να παίζουμε στους δρόμους...». Το σύνθημα, υπογεγραμμένο με το κυκλωμένο Α και γραμμένο φαρδύ-πλατύ στην πίσω πλευρά του Αιγινήτειου με υποδέχτηκε ένα πρωί εδώ και μερικούς μήνες μελαγχολικά αληθινό, γοητευτικά θρασύ και απολογητικά απειλητικό. Εκτοτε παρέμεινε εκεί, σπάζοντας την γκρίζα μονοτονία του τοίχου που αγκαλιάζει το διατηρητέο νεοκλασσικό το οποίο στεγάζει τη νευρολογική και ψυχιατρική κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ομολογώ ότι εξαρχής περισσότερο μενοχλούσαν οι άτεχνες κατασκευές που πλαισίωσαν κακήν-κακώς τα τελευταία χρόνια το νεοκλασσικό για να ανταποκριθούν στις επείγουσες ανάγκες της κλινικής, παρά το έξυπνο συνθηματάκι.
Καμιά φορά μάλιστα τέτοια συνθηματάκια γραμμένα σε κάποιον τοίχο με την αγχώδη αλφάβητο ενός αγνώστου νέου που φοβάται μην τον τσακώσουν, επιλέγονται από την ιστορία. Και γίνονται σιγά-σιγά ένα είδος ιστορικών μνημείων κι αυτά. Π.χ.το περίφημο σύνθημα του Μάη του 68 «Η φαντασία στην εξουσία» είναι περισσότερο ή λιγότερο ιστορικό μνημείο για τους Γάλλους από την Αψίδα του Θριάμβου; Υποψιάζομαι βέβαια πώς το να γράφεις τότε στους τοίχους της εξεγερμένης Σορβόνης ή της Ναντέρ ό,τι τωρα θεωρείται αναπόσπαστο κομμάτι της νεώτερης γαλλικής ιστορίας, ισοδυναμούσε με βανδαλισμό και απείθεια στο καθεστώς Ντε Γκολ.
Να κάτι τέτοιες ιερόσυλες σκέψεις με τριγύριζαν όσο διάβαζα στην «Καθημερινή» το ρεπορτάζ του Δημήτρη Ρηγόπουλου για το κτίριο Αβέρωφ. Ποιό είναι το θέμα; Οτι στο πλαίσιο του συνεδρίου της Europa Nostra (της πανευρωπαϊκής ομοσπονδίας οργανώσεων πολιτιστικής κληρονομιάς δηλαδή) που θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα από τις 13 έως τις 17 Ιουνίου, συμπεριλαμβάνοντας και την απονομή των φετινών βραβείων του θεσμού, στο Ηρώδειο, παρουσία του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, αλλά και του προέδρου της E.N. και διάσημου τενόρου βεβαίως, Πλάθιντο Ντομίνγκο, οι υψηλοί προσκεκλημμένοι μας θα θελήσουν να επισκεφτούν το περσινό μεγάλο βραβείο. To Grand Prix δηλαδή που είχε αποσπάσει η (κόστους 18 εκ.ευρώ που καλύφθηκαν κυρίως από πόρους προέρχόμενους από το ΓΚ.Π.Σ. και κατά 20% από δικά μας χρήματα) αποκατάσταση του κτιρίου Αβέρωφ. Το τελευταίο είναι τμήμα του κτιριακού συγκροτήματος του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα του περίφημου αρχιτέκτονα Λύσσανδρου Καυταντζόγλου. Εδώ όμως είναι το πρόβλημα. Διότι στον χρόνο που μεσολάβησε από την απονομή του βραβείου και την επίδειξη φωτογραφιών ενός άψογου κτιρίου Αβέρωφ, πέρυσι στη Λισσαβώνα, η μαρμάρινη πρόσοψη του κτιρίου καλύφθηκε από συνθήματα. Ετσι προ της επίσκεψης των επισήμων η Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Μετσοβείου αγωνιά, προσπάθώντας να συγκεντρωσει το απαραίτητο ποσόν που απαιτεί ο καθαρισμός της πρόσοψης.
Ομολογώ ότι ένα κομμάτι μου αντιλήφθηκε τη δυσαρέσκεια και τον στόχο του δημοσιεύματος της «Καθημερινής». Είναι κρίμα τέτοια ιστορικά μνημεία της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς να αντιμετωπίζονται ως άγραφες κόλλες χαρτί που διακοσμούνται με τον λιγότερο ή περισσότερο έξυπνα η καλλιτεχνικά διατυπωμένο πολιτικό καημό του καθενός. Απ' την άλλη η τοποθέτηση της προέδρου της Σχολής Αρχιτεκτόνων, Ελένης Μαϊστρου στο ίδιο ρεπορτάζ με οδήγησε κατευθείαν στις παραπάνω σκέψεις-ζιζάνια. Τί ειπε η καθηγήτρια; Οτι αν μέχρι τα μέσα Ιουνίου δεν σβηστούν τα συνθήματα «οι Ευρωπαίοι θα δουν την Ελλάδα του Μνημονίου» κι ότι «η νεολαία βρίσκεται υπό πίεση και ξεσπάει ανεξέλεγκτα σε κτίρια και στον δημόσιο χώρο».Δεν ξέρω αν το πρόσημο των φράσεων της κ.Μαϊστρου ήταν θετικό ή αρνητικό. Ως προς την πρώτη της επισήμανση θεωρώ απαραίτητο οι Ευρωπαίοι να δουν ασοβάτιστη, αλλά κι άφτιαχτη κι αστόλιστη κάθε όψη της Ελλάδας του Μνημονίου-για την οποία άλλωστε φρόντισαν εν πολλοίς οι ίδιοι. Θα την δουν άλλωστε θέλουν-δεν θέλουν, στα κλειστά μαγαζιά και στους άστεγους των δρόμων. Θεωρώ επίσης απολύτως αναμενόμενο νέοι άνθρωποι που βρίσκονται υπό τέτοια πίεση να ξεσπούν «ασύντακτα». Από αυτής της απόψεως δεν θα θεωρούσα «διασυρμό» να δουν οι επισκέπτες το κτίριο Αβέρωφ ως έχει σήμερα. Αν γίνει αυτό ενδεχομένως κάποιος να τους εξηγήσει ό,τι υπαινίχθηκε η κ.Μαϊστρου...
Είναι και κάτι άλλο όμως. Αν αντιμετωπίσουμε την Ιστορία ως παλίμψηστο (ειδικά η Ιστορία της Τέχνης άλλωστε από τέτοια έχει φτιαχτεί), μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα σχέδια του Καυταντζόγλου και τα μάρμαρα του κτιρίου Αβέρωφ ως την αρχική επιστρωμάτωση της ελληνικής ιστορίας την εποχή που υπήρχαν ακόμα εθνικοί ευεργέτες που συνήθως έκαναν και τις άλλες τους δουλειές, άνοιγαν όμως και το πορτοφόλι τους υπέρ του ελληνικού κράτους. Η τελευταία ιστορική επίστρωση ίως να ναι αυτά τα συνθήματα, ένα πιο πρόσφατο, ίσως και πιο άτεχνο «χέρι» μπογιάς στην ιστορία αυτής της πόλης. Και ως γνωστόν όσο κι αν την βουρτσίσεις ή να την σοβατίσεις, η ιστορική πραγματικότητα μένει ανεξίτηλη..
Διαβάστε και το κύριο άρθρο της χθεσινής Καθημερινής σχετικά με το θέμα.