του Δημήτρη Σταματίου
Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η χθεσινή συναυλία των Mayhem στο Gagarin 205 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και ως η συναυλία της χρονιάς. Άλλωστε, δεν είναι σύνηθες ένα συγκρότημα που υπάρχει από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 να μπορεί εν έτει 2026 να σαρώνει τα πάντα στο διάβα του σε μια εμφάνιση που διήρκεσε πάνω-κάτω μιάμιση ώρα και που αποτέλεσε την επιτομή του black metal.
Ωστόσο, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: τη βραδιά άνοιξαν οι Unleashed, βετεράνοι του swedeath και ειδικά της «σχολής» της Στοκχόλμης, όπερ σημαίνει ότι ο βασικός στόχος είναι η εξαΰλωση του ακροατή, μέσω γιγάντιων riffs, απίστευτης βίας και προσθήκης στο ούτως ή άλλως εκρηκτικό μείγμα μιας γερής δόσης groove και μιας δυνατής πρέζας hardcore/grind/punk/whatevs.
Οι Unleashed αποτελούν από τα τέλη της δεκαετίας του '80 προσωπικό όχημα του Johnny Hedlund, ενός από τους, ας πούμε, ιλουμινάτι του σουηδικού death metal (ξαναλέω, σχολή Στοκχόλμης, χωρίς τα φρίλια και της μελωδίες του Γκέτεμποργκ...) και χθες επί μία ώρα και κάτι φρόντισαν να μας θυμίσουν γιατί αποτελούν μια από τις τέσσερις κορυφαίες death metal μπάντες της χώρας.
Ογκώδη riffs, τεράστια grooves, αβυσσαλέα breakdowns και ένας ήχος βγαλμένος λες από τα υπόγεια των Sunlight Studios, απ' όπου η χώρα του surströmming ξέρασε ίσως το καλύτερο ευρωπαϊκό death metal όλων των εποχών. Και στο επίκεντρο όλων αυτών ο Johnny Hedlund, μια larger than life φιγούρα που όταν δεν ούρλιαζε ή δεν ταλαιπωρούσε το μπάσο του, ήταν ένας από τους πιο επικοινωνιακούς frontman που έχω δει ποτέ.
Με ένα setlist βγαλμένο από... υγρά όνειρα (To Asgaard We Fly, Don't Want to Be Born, Hold Your Hammers High!, The Longships Are Coming, The Immortals), οι Unleashed απογείωσαν τη συναυλία τους, αφιερώνοντας το Into Glory Ride στον Cronos των Venom, ενώ έκλεισαν μια μια απίστευτη διασκευή του Countess Bathory («Έχουμε 20 χρόνια να προβάρουμε το κομμάτι», έσπευσε να μας ενημερώσει ο Johnny).
Με το κοινό να έχει ήδη πάρει φωτιά από τους Unleashed, στις 10:15 ακριβώς τα φώτα έσβησαν, η σκηνή βάφτηκε κόκκινη και οι Mayhem άνοιξαν τις πύλες του χάους με το Realm of Endless Misery, το οποίο σχεδόν χωρίς ανάσα έδωσε τη θέση του στο ιστορικό Buried by Time and Dust. Και η συνέχεια ήταν απλώς ένας ανεμοστρόβιλος από tremolo picking, wall-to-wall blastbeats και τα, αχέμ, ιδιόμορφα φωνητικά του Attila Csihar.
O οποίος αρχικά εμφανίστηκε ως ιερέας από την κόλαση, μετά φόρεσε στρατιωτικό μπερέ και γυαλιά, σαν νεκρός στρατηγός που δίνει εντολές σε τάγματα από σκελετούς, για να τελειώσει τη συναυλία σαν μια μείξη του τέρατος στο Young Frankenstein και ενός φρικιαστικού Φαντάσματος της Όπερας, όλη την ώρα ουρλιάζοντας, τσιρίζοντας, βογγώντας, μουγκρίζοντας, απαγγέλοντας και τραγουδώντας οπερατικά, σαν το σώμα του να έχει καταληφθεί από δαιμόνια.
Αυτό που θέλω να σημειώσω είναι ότι στο πλαίσιο της συναυλίας κάποιες μελωδίες ή κάποια πιο ήπια περάσματα που υπάρχουν στους δίσκους χάθηκαν μέσα σε ένα μάελστρομ βίας και τρόμου. Παρά τη θεατρικότητα του Csihar, οι Mayhem μοιάζουν να έχουν κάνει mainlining με την πιο μαύρη ψυχή του black metal και να διοχετεύουν μέσα από τα όργανά τους και τις φωνές τους έναν ηχητικό εφιάλτη που καλύπτει κάθε γωνιά του χώρου.
Και για το τέλος, η μπάντα πήγε πίσω, στο Deathcrush E.P., εκεί που ο ήχος του black metal άρχισε να παίρνει μορφή και σχήμα, όταν ακόμα η μπάντα δεν είχε αρχίσει να ανακατεύεται με εμπρησμούς και φόνους και αυτοκτονίες, αλλά πήγαινε κατά κει. Deathcrush και Pure Fucking Armageddon και... τέλος. Δεν χρειαζόταν άλλο, οι Mayhem μας είχαν δείξει σε κάθε λεπτομέρεια την εικόνα του τέρατος.
Ο ορισμός του tr00 fucking black metal, κυρία μου.












