Από τις τελευταίες συναυλίες του φετινού καλοκαιριού, το βράδυ της 14ης Ιουλίου μας βρήκε στα πάρκινγκ του ΟΑΚΑ για δύο ονόματα που έχουμε δει αρκετές φορές στην Αθήνα, αλλά δεν πειράζει, όλο και κάτι διαφορετικό έχουν να παρουσιάσουν. Και με πολλά κορίτσια στο κοινό, συντριπτική η πλειοψηφία τους. Αναμενόμενο λόγω της... ιέρειας.
Florence + the Machine
Του Δημήτρη Κανελλόπουλου
Η Florence + the Machine ήταν πιο συναισθηματική από ποτέ. Σαν να συγκινήθηκε και σε κάποια φάση, σαν να έσπασε λίγο. Δεν ήταν από τις καλύτερες της συναυλίες που έχουμε δει εδώ, πράγματι, ωστόσο η Florence είναι πάντα μαγική. Έχει αυτό το αέρινο και το ξωτικό, έχει αυτή την κίνηση σαν να περπατάει στα σύννεφα, που σε συναρπάζει. Δεν μας άρπαξε από το λαιμό όπως στις προηγούμενες παραστάσεις της, δεν μας «έστειλε», αλλά οκ, η Florence είναι πάντα Florence, ξεχωριστή.
Έπαιξε για μία ώρα και τρία τέταρτα κρατώντας μία άμεση και διαρκή επικοινωνία με το κοινό. Καταπληκτική. Ξεκίνησε με το καλύτερο τραγούδι του τελευταίου της, πολύ μέτριου δίσκου, το Everybody Scream. Και το πήγε με κορυφώσεις αλλά και υφέσεις (πολλές) μέχρι το τέλος και, βασικά, μέχρι την έκρηξη του Dog Days Are Over. Στο μεταξύ ακούσαμε το You Got the Love, το (αγαπημένο μου) King, το Never Let Me Go που το τράβηξε a capella, αλλά και το Sympathy Magic που την έφερε κάτω, μέσα στο κοινό.
Δεν θα μας μείνει στην καρδιά η χθεσινοβραδινή Florence + the Machine, αλλά πάντα είναι μοναδική. Περνούν και τα χρόνια βέβαια...
Suede
Του Τάσου Παπαϊωάννου
Οι Suede επέστρεψαν αρκετές φορές στη χώρα μας. Όπως και στις προηγούμενες επισκέψεις τους, έτσι και η φετινή εμφάνιση στο ΟΑΚΑ δεν έμοιαζε με μία ακόμη διεκπεραιωτική στάση καλοκαιρινής περιοδείας. Ένωσε όσους τους είχαν δει στο Θέατρο Βράχων, στη Μαλακάσα ή στην Ιερά Οδό με ένα νεότερο, σχεδόν ανυποψίαστο κοινό που τους ανακάλυπτε για πρώτη φορά. Μόνο που αυτή τη φορά οι διαφορετικές αφετηρίες ήταν ακόμη πιο έντονες, αφού μεγάλο μέρος των θεατών είχε βρεθεί εκεί κυρίως για την Florence.
Μαζί με τους Blur, τους Oasis και τους Pulp, οι Suede ανήκουν στην «αγία τετράδα» της britpop. Η ιδιαιτερότητά τους ήταν ότι δεν εγκλωβίστηκαν στις συμβάσεις της. Δημιούργησαν έναν δικό τους κόσμο, όπου το glam rock συναντούσε τον σκοτεινό ρομαντισμό, η θεατρικότητα συνυπήρχε με την ωμή κιθαριστική ένταση και οι στίχοι του Brett Anderson μετέτρεπαν τις φιγούρες των βρετανικών προαστίων σε πρόσωπα ενός μικρού, σκοτεινού αστικού δράματος.
Από το ομώνυμο ντεμπούτο τού 1993 έως το περσινό Antidepressants, οι Suede έχτισαν μία από τις πιο συνεπείς δισκογραφίες της γενιάς τους. Δέκα άλμπουμ, ελάχιστες δημιουργικές εκπτώσεις και μια αξιοσημείωτη ικανότητα να εξελίσσονται χωρίς να προδίδουν την ταυτότητά τους. Αυτή ακριβώς η διάρκεια, όμως, κάνει κάθε περιορισμένο φεστιβαλικό set μια δύσκολη άσκηση επιλογών.
Ως δεύτερο όνομα της βραδιάς, δεν είχαν την πολυτέλεια μιας δίωρης εμφάνισης. Περισσότερες από τρεις δεκαετίες δισκογραφίας έπρεπε να συμπυκνωθούν σε δεκατρία τραγούδια, οπότε οι μεγάλες επιτυχίες δεν θα μπορούσαν να λείπουν. Η διαφορά ήταν ότι οι Suede δεν αρκέστηκαν σε μια ασφαλή αναπαραγωγή των γνωστών στιγμών τους. Έβαλαν δίπλα τους τραγούδια από την πρόσφατη δισκογραφία τους, φτιάχνοντας μια σύντομη αλλά ουσιαστική διαδρομή μέσα στην ιστορία τους.
Η εκκίνηση με το Disintegrate, από το πρόσφατο Antidepressants, έβαλε αμέσως το παρόν των Suede στο προσκήνιο. Και πριν προλάβει να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι το νέο υλικό λειτουργεί ως απλή εισαγωγή, ήρθαν τα Trash και Animal Nitrate να ανοίξουν απότομα την πόρτα στην κλασική τους περίοδο.
Τα Personality Disorder, June Rain και She Still Leads Me On στάθηκαν με φυσικότητα δίπλα στα Filmstar, So Young, Metal Mickey και Beautiful Ones. Ανάμεσά τους, το Everything Will Flow και το The Wild Ones έδωσαν τις πιο συναισθηματικές στιγμές της εμφάνισης, χωρίς να ανακόψουν τον ρυθμό ενός προγράμματος που είχε σχεδιαστεί για να κινείται γρήγορα και να μην αφήνει περιθώρια χαλάρωσης.
Το ξεκίνημα, πάντως, δεν ήταν εύκολο. Ένα μεγάλο μέρος του κοινού που είχε ήδη συγκεντρωθεί στο Pit A αντιμετώπισε τους Suede με σχετική επιφυλακτικότητα. Οι πρώτες αντιδράσεις ήταν συγκρατημένες και η απόσταση ανάμεσα στη σκηνή και στον κόσμο ήταν αισθητή.
Στο κέντρο όλων βρισκόταν, φυσικά, ο Brett Anderson. Με το λευκό του πουκάμισο ποτισμένο από τον ιδρώτα από τα πρώτα τραγούδια, έτρεχε από τη μία άκρη της σκηνής στην άλλη, γονάτιζε, τυλιγόταν με το καλώδιο του μικροφώνου, χοροπηδούσε και αναζητούσε διαρκώς την επαφή με το κοινό. Στη σκηνική του παρουσία παραμένουν ορατές η θεατρικότητα του Bowie και ο σωματότυπος του Jagger, όμως η περσόνα του είναι εδώ και χρόνια απόλυτα δική του.
Κομψός και νευρώδης, εύθραυστος και προκλητικός, εξακολουθεί να μετατρέπει κάθε κίνηση σε μέρος της ερμηνείας. Η φωνή του παραμένει δυνατή, καθαρή και αναγνωρίσιμη, κρατώντας ακόμη εκείνη την ένταση που του επιτρέπει να περάσει από την τρυφερότητα στην κραυγή. Δεν προσπαθεί να αναπαραστήσει τον νεαρό Brett Anderson του 1993. Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν χρειάζεται.
Ο Richard Oakes, ο Mat Osman, ο Simon Gilbert και ο Neil Codling δεν ήταν απλώς το πλαίσιο γύρω από τον Brett Anderson. Κράτησαν την εμφάνισή τους δεμένη, αιχμηρή και ζωντανή, αποφεύγοντας τον επαγγελματικό αυτοματισμό που συχνά συνοδεύει συγκροτήματα με τόσες περιοδείες στις πλάτες τους.
Όσο περνούσε η ώρα, η εικόνα μπροστά από τη σκηνή άλλαζε. Ο κόσμος πύκνωνε, οι αντιδράσεις γίνονταν θερμότερες και ο Anderson κέρδιζε σταδιακά ακόμη και εκείνους που στην αρχή παρακολουθούσαν περισσότερο από περιέργεια. Στα τελευταία τραγούδια, η απόσταση είχε σχεδόν εξαφανιστεί.
Το φινάλε με τα Metal Mickey και Beautiful Ones λειτούργησε ως η φυσική κορύφωση μιας εμφάνισης που είχε πετύχει κάτι δυσκολότερο από το να ικανοποιήσει τους ήδη μυημένους. Είχε μετατρέψει ένα αρχικά συγκρατημένο φεστιβαλικό κοινό σε ενεργό συμμέτοχο της συναυλίας.
Οι παλαιότεροι τραγουδούσαν κάθε λέξη, κουβαλώντας μαζί τους τη μνήμη των προηγούμενων εμφανίσεων των Suede στην Ελλάδα. Οι νεότεροι ανακάλυπταν εκείνη τη στιγμή γιατί το όνομα του συγκροτήματος εξακολουθεί να κατέχει τόσο ξεχωριστή θέση στη βρετανική μουσική. Η συναυλία λειτούργησε ταυτόχρονα ως επανασύνδεση και ως πρώτη γνωριμία.
Και για όσους είχαν παραβρεθεί σε εκείνη την πρώτη εμφάνιση στο Θέατρο Βράχων, ίσως αυτή να ήταν η ουσιαστικότερη σύνδεση με το μακρινό καλοκαίρι του 2003. Τότε το ελληνικό κοινό συνάντησε για πρώτη φορά ένα συγκρότημα που είχε ήδη σημαδέψει την εποχή του. Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, στο ΟΑΚΑ, συνάντησε ένα συγκρότημα που αρνείται πεισματικά να μείνει σε αυτήν







