Μου δίνεται η εντύπωση ότι ο Χάρης Κατσιμίχας δεν έχει παρακολουθήσει καθόλου την πορεία και την εξέλιξη του Αλκίνοου Ιωαννίδη από την πρώτη του εμφάνιση μέχρι σήμερα. Το έχω ξαναγράψει εδώ στο e-tetRadio και θα το επαναλάβω: ο Αλκίνοος Ιωαννίδης αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση τραγουδοποιού. Είναι άξιος συνεχιστής των παλαιοτέρων και είναι κρίμα να μην του το αναγνωρίζουν οι ομότεχνοί του αυτό. Είναι σεμνός, δουλευταράς και εξελίσσει την τέχνη του διαρκώς. Η μεγαλύτερη απόδειξη των παραπάνω είναι η ακρόαση των δίσκων του με χρονολογική ή τυχαία σειρά. Ακόμα καλύτερα η επίσκεψη στους χώρους που εμφανίζεται.
Σε κάποιο σημείο της συνέντευξής του ο Χάρης Κατσιμίχας αναφέρει την κούραση που του προξένησε η κυκλοφορία 13 δίσκων σε 15 χρόνια και πόσο αυτό συνετέλεσε στην απόφασή του να αποσυρθεί. Ο Αλκίνοος κυκλοφόρησε, λοιπόν, τον τελευταίο αξιολογότατο δίσκο του, τη «Νεροποντή», μετά από έξι χρόνια δισκογραφικής απουσίας. Το γεγονός αυτό ξενίζει, αλλά κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να κυκλοφορεί δίσκο κάθε χρόνο. Αναμφισβήτητα μάλλιστα αυτή η «εμπορική» λογική δεν έχει θέση στην καλλιτεχνία και ίσως είναι και ένας από τους λόγους που οδηγούν τη δισκογραφία (και όχι τη μουσική) στην κατάρρευση. Ίσως κάτι τέτοιο βέβαια να δυσχεραίνει τον βιοπορισμό των καλλιτεχνών, αλλά τι σχέση έχει η τέχνη με όλα αυτά; Ο προβληματισμός αυτός μάς φέρνει στο θεμελιώδες και κλασικό – στα όρια, πια, της γραφικότητας – ζήτημα για τη σχέση βιοπορισμού και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Και βέβαια όλες οι απόψεις είναι δεκτές σχετικά. Όπως δεκτή – αν και αφοριστική – είναι και η άποψη του Χάρη Κατσιμίχα για τον Αλκίνοο Ιωαννίδη και το «ρηχό λυρισμό» του. Γιατί στην τέχνη όλες οι αισθητικές προσεγγίσεις είναι θεμιτές. Ακόμα και οι απαξιωτικές, έως και οι υβριστικές. Και μην πει κανείς ότι υπερασπίζομαι τον Αλκίνοο. Την άποψή μου υπερασπίζομαι.
Μαζί του μερικοί από τους πιο αξιόλογους μουσικούς της χώρας μας: Σωτήρης Λεμονίδης (πιάνο, πλήκτρα), Γιώργος Καλούδης (βιολοντσέλο, κρητική λύρα) και Μιχάλης Καπηλίδης (τύμπανα). Τη διδασκαλία της χορωδίας έκανε ο Αλέξανδρος Στουπάκης. Την επιμέλεια του ήχου έχει ο Βαγγέλης Λάππας, των φωτισμών ο Κωνσταντίνος Αλεξίου, ενώ της σκηνής ο Μιχάλης Σιούτης. Τα σκηνικά και οι προβολές είναι του Άντη Ιωαννίδη.
Προσωπικά δεν το χάνω με τίποτα. Το ίδιο ευελπιστώ και δι’ υμάς.
